Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξατομικεύω
- απόδοση: προσαρμόζω κάτι σε συγκεκριμένο πρόσωπο / αντιμετωπίζω κάτι σε σχέση με κάποιον
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο λοχίας εξατομίκευσε την ποινή για το διαπραχθέν αδίκημα του οπλίτη





