Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναπλάθω
- απόδοση: αλλάζω κάτι αποσκοπώντας να γίνει καλύτερο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναπλάθει τα γεγονότα με μακιαβελικό τρόπο
ανέπλασε το πατρικό σπίτι & τώρα το απολαμβάνει
η συνείδηση αναπλάθει παραστάσεις με τη βοήθεια της μνήμης





