Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
λυπώ
- απόδοση: προκαλώ σε άλλον ή άλλους δυσαρέσκεια / πικραίνω κάποιον / θλίβω / αισθάνομαι συναίσθημα λύπης / πικραίνομαι / αισθάνομαι συμπόνια για άλλο άτομο / υπολογίζω τα χρήματά μου είμαι φειδωλός
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
λυπάμαι πολύ αλλά μου είναι εντελώς αδύνατον να συμμετάσχω
λυπάται για την κατάσταση της υγείας του φίλου του αλλά αδυνατεί να βοηθήσει εμπράκτως
οι πράξεις του αποκαλύπτουν ό,τι δεν λυπάται διόλου τους κόπους του





