Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προεργάζομαι
- απόδοση: προπαρασκευάζω εργασία προκειμένου να εκτελεσθεί ορθά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προεργάσθηκε επί μακρόν για την προπαρασκευή της οικονομικής μελέτης





