Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επαγγέλλομαι
- απόδοση: ασκώ ένα συγκεκριμένο επάγγελμα / προσποιούμαι ότι είμαι κάτι που δεν είμαι στην πραγματικότητα / διαβεβαιώνω επισήμως ότι θα ενεργήσω για κάτι το σημαντικό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επαγγέλλεται την ηθική σύζυγο από κάθε απόψεως
επαγγέλλεται το αυτό με τον αποθανόντα πατέρα του ο οποίος υπήρξε στην εποχή του σπουδαίος βελονιστής





