Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιβουλεύομαι
- απόδοση: σκέπτομαι κρυφά κάτι κακό για κάποιον ή για κάτι / σχεδιάζω υπούλως κάτι το κακό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
γείτων χώρα επιβουλεύεται την ακεραιότητα της εθνικής ανεξαρτησίας της πατρίδος ημών





