Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναπολώ
- απόδοση: φέρνω στη μνήμη με νοσταλγία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναπολεί τη ζωή στην Κωνσταντινούπολη
ζει με το παρελθόν αναπολώντας τα παιδικά
αναπολεί τη ζωή στην Κωνσταντινούπολη
ζει με το παρελθόν αναπολώντας τα παιδικά

