Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μετριάζω
- απόδοση: ελαττώνω κάτι προκειμένου να παύσει να είναι υπερβολικό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η υφιστάμενη οικονομική δυσκολία τον υποχρέωσε να μετριάσει κατά πολύ τα λειτουργικά έξοδα του γραφείου του





