Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ραπίζω
- απόδοση: χτυπώ δυνατά με την παλάμη μου το πρόσωπο κάποιου / χαστουκίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
την ράπισε δημοσίως για όσα πικρόχολα ειπώθηκαν εκ μέρους της





