Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανασύρω
- απόδοση: ανεβάζω / σέρνω προς τα πάνω / βγάζω / φέρνω στο προσκήνιο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανασύρουν πεθαμένους προ πολλού μύθους
ανέσυρε από το αρχείο επιστολή που εδέχθη εκ μέρους της
ανέσυρε τα δίχτυα & εξεπλάγην από το περιεχόμενο
τραυματιοφορέας ανέσυρε νεκρό επιβάτη εκ του κατεστραμμένου αυτοκινήτου





