Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
τραυματίζω
- απόδοση: προξενώ τραύμα στο σώμα άλλου ατόμου / προξενώ ψυχικό τραύμα / προξενώ ενόχληση αισθητικής φύσεως / προξενώ υλική βλάβη έως καταστροφή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στάθηκε τυχερός που από ένα τόσο σοβαρό τροχαίο ατύχημα τραυματίσθηκε ελαφρά





