Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διακτινίζω
- απόδοση: μεταφέρω άτομο ή πράγμα ως δια μαγείας σε άλλο τόπο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πολύ θα ήθελα να σε διακτινίσω προκειμένου να βρεθείς κοντά μου & να σου δώσω δύο ζεστά φιλάκια





