Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αλλοφρονώ
- απόδοση: γίνομαι έξαλλος χάνοντας τον έλεγχο του εαυτού μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αλλοφρόνησε ο δυστυχής από την απαράδεκτη συμπεριφορά που δέχθηκε





