Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απεμπλέκω
- απόδοση: κατορθώνω να απαλλάξω άτομο ή αμάδα από δυσάρεστη & συγκεχυμένη κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατόρθωσε να απεμπλακεί μετά από γενναία προσπάθεια του φίλου του





