Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διηθώ
- απόδοση: διευκολύνω υγρό να περάσει από πορώδες υλικό προκειμένου να απαλλαγεί από αιωρούμενα στερεά σώματα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διήθησε επαρκώς το σε υγρή μορφή παρασκεύασμα





