Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανασχηματίζω
- απόδοση: δημιουργώ κάτι εκ νέου / του δίνω νέο σχήμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανασχημάτισε το δοκίμιο προς το καλύτερο
ο Πρωθυπουργός της γείτονος ανασχημάτισε το επιτελείο του επιλέγοντας νέα άφθαρτα πρόσωπα
του αρέσει να παρακολουθεί τα σύννεφα που κινούνται & ανασχηματίζονται





