Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
τιμωρώ
- απόδοση: επιβάλλω σωφρονισμό παραδειγματισμό ή αντεκδίκηση σε άτομο που αγνοεί εντολή διαταγή νόμο ή κανονισμό προκαλώντας δυσάρεστες καταστάσεις
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τιμωρήθηκε για φόνο ιδιαίτερα αυστηρά
τιμωρήθηκε με δεκαετή φυλάκιση & στέρηση κάθε πολιτικού δικαιώματος





