Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατασκηνώνω
- απόδοση: συναρμολογώ σκηνή στην οποία παραμένω προσωρινά για παραθεριστικούς λόγους
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μετά πορεία ωρών στο λαμπρό φυσικό περιβάλλον του δυτικού Παρνασσού κατασκήνωσαν σε απάνεμο μέρος





