Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανατέλλω
- απόδοση: ανεβαίνω πάνω από τον ορίζοντα / αρχίζω να υπάρχω / εμφανίζομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανατέλλει ο φρονιμίτης & υποφέρει ο φουκαράς
μία καινούργια μέρα ανατέλλει
ο ήλιος θα ανατείλει σε λίγη ώρα





