Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνοδεύω
- απόδοση: προχωρώ μαζί με άλλον προκειμένου να του προσφέρω συντροφιά ή προστασία / βαδίζω με άλλο πρόσωπο προκειμένου να το τιμήσω / δίνω κάτι μαζί μα κάτι άλλο προκειμένου να διευκρινίσω ή να ενισχύσω αυτό / αναφερόμενοι σε κατάσταση που συνυπάρχει με κάτι άλλο / αναφερόμενοι σε φαινόμενο παρουσιαζόμενο μαζί ή κατόπιν κάτι άλλου / ενισχύω την μελωδική απόδοση ενός σολίστα παίζοντας όργανο ή τραγουδώντας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η αίτηση συνοδεύεται απαραιτήτως με επικυρωμένο αντίγραφο του αστυνομικού δελτίου
προθυμοποιήθηκε να την συνοδεύσει στο δικηγορικό γραφείο
την Ελβετίδα υψίφωνο συνόδεψε κουαρτέτο εγχόρδων
το επιβατικό αεροσκάφος του επίσημου καλεσμένου συνόδευαν αεροσκάφη της πολεμικής αεροπορίας της φιλοξενούσας χώρας
το ερευνητικό σκάφος συνοδεύτηκε από πολεμικό πλοίο της εν λόγω χώρας





