Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αξιώνω
- απόδοση: απαιτώ κάτι που μου ανήκει δικαιωματικά / θεωρώ άτομο άξιο για κάτι / έχω την τύχη να...
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αξιώθηκε να αποκτήσει μία λαμπρή σύζυγο που του προσέφερε ευτυχία εν αφθονία





