Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανατρέπω
- απόδοση: αναποδογυρίζω κάτι / κάτι το οποίο διαθέτει μηχανισμό ανατροπής / εξουδετερώνω κάποιον ρίχνοντας κάτω / γκρεμίζω καταστρέφοντας / ενεργώ ώστε κάτι να μην υπάρχει ή ισχύει πλέον / ενεργώ ώστε κάτι να μην πραγματοποιηθεί
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανατράπηκαν τα προβλεπόμενα σχέδια
ανέτρεψε την ισορροπία δυνάμεων
ανατράπηκε…
λ η καθεστηκυία τάξη δια επαναστατικών διαδικασιών
λ η επικρατούσα τάξη πραγμάτων
λ το καθεστώς της δικτατορίας
λ το σκάφος & επέστρεψε στην ξηρά κολυμπώντας





