Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανιστορώ
- απόδοση: διηγούμαι / εξιστορώ κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αρέσκεται να διαβάζει γραφόμενα σχετικά με την Ελληνική Επανάσταση που ανιστορούν κατορθώματα ηρώων





