Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εφάπτομαι
- απόδοση: ακουμπώ σε ένα ή σε περισσότερα σημεία άλλου ατόμου ή πράγματος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το κτήμα της πρωτότοκου κόρης εφάπτεται με αυτό της αδελφής της





