Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αφομοιώνω
- απόδοση: αναφερόμενοι σε κάτι που απορροφάται από κάτι άλλο με μη αντιληπτά πλέον τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά / αναφερόμενοι σε άτομο ή κοινωνικό σύνολο που απορροφά ξένα προς αυτό στοιχεία / αποκτώ εμπειρία που κάνω αναπόσπαστο τμήμα της προσωπικότητός μου / κατακτώ γνώση κάνοντας αυτή αναπόσπαστο στοιχείο μου / προσλαμβάνω μετασχηματίζοντας θρεπτικά στοιχεία που λαμβάνω κατά την θρέψη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απαιτούνται γενεές για να αφομοιώσουν πολιτισμικά στοιχεία μετανάστες με διαφορετική κουλτούρα
ο οργανισμός του αδυνατεί να αφομοιώσει στοιχεία ορισμένων τροφών
οι Ρωμαίοι αφομοίωσαν αποτελεσματικά πλήθος πολιτιστικών στοιχείων των Ελλήνων





