Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προπαγανδίζω
- απόδοση: ασκώ προπαγάνδα διαδίδοντας κατά τρόπο συστηματικό τις ιδέες ή τις απόψεις μου / γνωστοποιώ κάτι ευρέως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προπαγανδίζει προς όφελος του κομματικού σχηματισμού που ακολουθεί





