Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συντελώ
- απόδοση: ενεργώ συνδυαστικά με άλλα άτομα για κάποιο κοινό σκοπό / συμβάλλω / αναφερόμενοι σε κάτι ευρισκόμενο σε εξέλιξη ή σε κάτι το οποίο έχει ολοκληρωθεί
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η προσεγμένη τροφή συντελεί στην ανάπτυξη κάθε παιδιού
το εργοστάσιο παραγωγής αλουμινίου συνετέλεσε στην ραγδαία αύξηση του βιοτικού επιπέδου των παρακείμενων οικισμών





