Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δομώ
- απόδοση: κτίζω κάτι / διατάσσω στοιχεία ώστε να αποτελέσουν οργανωμένο σύνολο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
περιγράφει μία κοινωνία δομημένη με αυταρχικά πρότυπα
το κτίριο δομήθηκε με επιμέλεια τον περασμένο αιώνα





