Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραλλάσσω - 1
- απόδοση: διαφοροποιώ τροποποιώ αλλάζω κάτι σε μικρό βαθμό σε σχέση με την αρχική μορφή του ή με κάποιο ομοειδές με αυτό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αστειεύθηκε παραλλάζοντας την φωνή του σε από τηλεφώνου επικοινωνία
παρουσίασε ένα ελαφρά παραλλαγμένο κείμενο για λόγους εντελώς προσωπικούς





