Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραλλάσσω - 2
- απόδοση: παρακάμπτω ακρωτήριο / παραπλέω σημείο ακτής
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα πλεούμενα παρακάμπτουν το συγκεκριμένο ακρωτήριο παραλλάζοντας πορεία





