Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
λουφάζω
- απόδοση: μένω ακίνητος & εντελώς σιωπηλός προκειμένου να είμαι απαρατήρητος κυριευόμενος από συναίσθημα φόβου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
του έσυρε τα εξ αμάξης & λούφαξε από τον φόβο του





