Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμπτύσσω
- απόδοση: τοποθετώ άτομα ή πράγματα πολύ κοντά ώστε να επιτύχω εξοικονόμηση χώρου / ενοποιώ τμήματα ενός συνόλου / συντομεύω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι οπλίτες έλαβαν εντολή να συμπτυχθούν για εξοικονόμηση χώρου
συνέπτυξε το αρχικό κείμενο για οικονομία λόγου





