Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμπυκνώνω
- απόδοση: περιορίζω το όγκο σε κάτι μεταβάλλοντας αυτό σε πυκνότερο / υγροποιώ ή στερεοποιώ αέριο δια της ψύξεως ή της συμπίεσης / διατυπώνω νόημα με λέξεις ή φράσεις περιεκτικές / αναφερόμενοι σε έντονα βιώματα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στα Δελφικά Παραγγέλματα συμπυκνώνεται η σοφία των αρχαίων Ελλήνων





