Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πυκνώνω
- απόδοση: αυξάνω την πυκνότητα ή την συνοχή ατόμων ή πραγμάτων / αυξάνω την συχνότητα / ενεργώ πιο συχνά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πύκνωσε τις επισκέψεις του προς εντυπωσιασμό της εύμορφης κυρίας





