Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμπιέζω
- απόδοση: ασκώ πίεση προς ελάττωση του όγκου ενός πράγματος / ασκώ δραστικό περιορισμό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συμπίεσε δραστικά τα υπάρχοντά του προκειμένου αυτά να χωρέσουν στις αποσκευές





