Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανέρχομαι
- απόδοση: ανεβαίνω / φθάνω σε κάποιο ύψος
- αντίθετο: κατέρχομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανήλθε στα ανώτερα αξιώματα του δικαστικού σώματος διατελέσας πρόεδρος του Αρείου Πάγου
η θερμοκρασία θα ανέλθει σταδιακά
η στάθμη του ταμιευτήρα έχει ανέλθει μετά τις τελευταίες βροχοπτώσεις
ο δανεισμός της χώρας ανέρχεται σε αστρονομικό ποσό





