Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διατυπώνω
- απόδοση: αποδίδω με συγκεκριμένη μορφή τις σκέψεις μου σε προφορικό ή γραπτό λόγο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διατύπωσε τις επιφυλάξεις του για την επιτυχή έκβαση του εγχειρήματος





