Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παλινδρομώ
- απόδοση: επανέρχομαι / κάνω παλινδρομικές κινήσεις / εκφράζομαι δεχόμενος πότε μία & πότε άλλη γνώμη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ασταθής τύπος που αρέσκεται να παλινδρομεί μεταξύ διαφορετικών απόψεων





