Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξιλεώνω
- απόδοση: εξευμενίζω εχθρικά διατεθειμένο προς εμέ / επιδιώκω συγχώρεση για ενέργειά μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στην προσπάθειά του να εξιλεωθεί για το απεχθές έγκλημά του κατέφυγε σε πνευματικό





