Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επανέρχομαι
- απόδοση: επιστρέφω σε ένα τόπο / βρίσκομαι εκ νέου σε ορισμένη κατάσταση / λαμβάνω αξίωμα που κατείχα παλαιότερα / αρχίζω εκ νέου να υπάρχω ή να ισχύω / επανεξετάζω κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επανέρχεται στο αυτό θέμα καταλήγοντας κουραστικός
επανέρχονται οι αισθήσεις του μετά κοπιώδη προσπάθεια του διασώστη
επανήλθε στην προεδρία της χώρας μετά απουσία πολλών ετών





