Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξαερώνω
- απόδοση: μεταβάλλω στερεό ή υγρό σε αέριο ή αέρα / εκτελώ εξαέρωση σε κάποιο μηχάνημα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απαιτείται να εξαερωθούν τα σώματα καλοριφέρ για την επαρκή απόδοση αυτών





