Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ενοποιώ
- απόδοση: ενώνω δύο ή περισσότερα σε ένα / συγχωνεύω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης επιδιώκει να ενοποιήσει ποικίλα ασφαλιστικά ταμεία





