Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
περιθάλπω
- απόδοση: προσφέρω φροντίδα σε δύστυχο άτομο που αδυνατεί να αντιμετωπίσει την δυστυχία του
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στο Κέντρο Υγείας του χωριού περιέθαλψαν αρχικά τους τραυματίες του τροχαίου ατυχήματος





