Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναξιοπαθώ
- απόδοση: υποφέρω αδίκως κυρίως από οικονομική άποψη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
από την εποχή που τερματίσθηκε η λειτουργία της επιχείρησής του αναξιοπαθεί εν αδίκω





