Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ενσκήπτω
- απόδοση: για κάτι κακό που εκδηλώνεται απροσδόκητα & κατά τρόπον ορμητικό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ενέσκηψε εντονότατη βροχόπτωση πρόξενος εκτεταμένων ζημιών στο κλεινόν άστυ





