Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εννοώ
- απόδοση: έχω κατά νου / έχω στην σκέψη μου / κατανοώ / αντιλαμβάνομαι / εκδηλώνω σταθερή απόφαση για κάτι / επιμένω / αρνούμαι με πείσμα για κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκφράσθηκε προσβλητικά & το εννοούσε





