Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εντυπωσιάζω
- απόδοση: προκαλώ σε άτομο ή ομάδα ζωηρές εντυπώσεις / προκαλώ το ενδιαφέρον & την προσοχή κάποιου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατέληξε εντυπωσιασμένος από την ευφράδεια του ομιλητή





