Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αντιφάσκω
- απόδοση: υποστηρίζω άποψη ευρισκόμενη σε πλήρη αντίθεση με προηγούμενη άποψή μου / αναιρώ με δήλωσή μου παλαιότερη δήλωση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
θεωρήθηκε αναξιόπιστος μάρτυρας διότι διαρκώς αντέφασκε





