Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναιρώ
- απόδοση: αντικρούω κάτι αποδεικνύοντας ταυτόχρονα το ψευδές ή αβάσιμο της υποθέσεως / ακυρώνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα προκύψαντα στοιχεία αναιρούν τους ισχυρισμούς του
τελικά στον Άρειο Πάγο αναιρέθηκε η δευτεροβάθμια δικαστική απόφαση





