Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
θυσιάζω
- απόδοση: προσφέρω ως θυσία στους Θεούς / υφίσταμαι στερήσεις συνειδητά προς χάριν υψηλού σκοπού άλλου προσώπου / εκούσια απαρνιέμαι κάτι προκειμένου να κερδίσω κάτι άλλο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
θυσίασε τα νιάτα του προσφέροντας τυπηρεσίες στον δύσμοιρο πατέρα του
θυσίασε τον γάμο του προς χάριν της κοινωνικής αναρρίχησης ακολουθώντας μία δύσμορφη πλουσία





